- ΑΡΧΙΚΗ
- >
- BLOG
ΙΑΤΡΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Κοσσυβάκης Νικηφόρος
Η Ψυχολογία του Φλερτ στη Σύγχρονη Εποχή: Ψυχολογικές, Διαπροσωπικές και Κοινωνιολογικές Διαστάσεις
Το φλερτ όπως είναι γνωστό, αποτελεί μία από τις πλέον σύνθετες μορφές ανθρώπινης κοινωνικής και διαπροσωπικής αλληλεπίδρασης. Παρότι στην καθημερινή γλώσσα μας συχνά περιγράφεται ως μια αυθόρμητη ή παιχνιδιάρικη συμπεριφορά που αποσκοπεί στην εκδήλωση ερωτικού ενδιαφέροντος, η επιστημονική μελέτη του φαινομένου καταδεικνύει ότι το φλερτ συνιστά μια πολύπλοκη διαδικασία επικοινωνίας, κατά την οποία αλληλοεπιδρούν η ερωτική έλξη, η κοινωνική αντίληψη, η αυτοπαρουσίαση, η αυτοεκτίμηση, η διαχείριση της αβεβαιότητας, η ανάγκη για αποδοχή, οι ατομικές διαφορές, οι προηγούμενες εμπειρίες σχέσεων και οι κοινωνικό-πολιτισμικές νόρμες.
Το φλερτ μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός διερεύνησης της αμοιβαιότητας, καθώς επιτρέπει σε δύο ανθρώπους να ανταλλάξουν σταδιακά σήματα σχετικά με το ενδιαφέρον τους χωρίς να απαιτείται εξαρχής μια άμεση και πλήρης δήλωση ερωτικής πρόθεσης. Υπό αυτή την έννοια, το φλερτ βρίσκεται σε ένα ενδιάμεσο σημείο ανάμεσα στην κοινωνική επικοινωνία και στην ερωτική προσέγγιση: είναι αρκετά αμφίσημο ώστε να επιτρέπει την προστασία από την άμεση απόρριψη, αλλά ταυτόχρονα αρκετά σαφές ώστε να μπορεί να δημιουργήσει την πιθανότητα μιας περαιτέρω διαπροσωπικής εξέλιξης (Wade, 2018).
Από ψυχολογική σκοπιά, η βασική λειτουργία του φλερτ μπορεί να κατανοηθεί ως διαδικασία σηματοδότησης, αλλά και αξιολόγησης: Το άτομο που ενδιαφέρεται ερωτικά για κάποιον άλλον εκπέμπει ένα σήμα και ταυτόχρονα παρατηρεί εάν υπάρχει ανταπόκριση. Η διαδικασία αυτή μπορεί να ξεκινήσει με ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, μια αλλαγή στη στάση του σώματος, μια προσπάθεια δημιουργίας εγγύτητας ή μια προσωπική ερώτηση και να εξελιχθεί σε περισσότερο άμεση λεκτική επικοινωνία. Το σημαντικό στοιχείο εδώ, είναι ότι κανένα από αυτά τα σήματα δεν έχει από μόνο του απολύτως σταθερό νόημα. Για παράδειγμα, Ένα χαμόγελο μπορεί να δηλώνει ερωτικό ενδιαφέρον, αλλά μπορεί επίσης να αποτελεί και ένα σημάδι κοινωνικής ευγένειας. Με τον ίδιο τρόπο, μια προσωπική ερώτηση μπορεί να υποδηλώνει έλξη, αλλά όμως μπορεί εξίσου να αντανακλά έναν εξωστρεφή τρόπο επικοινωνίας. Ακριβώς για τον λόγο αυτό, η ψυχολογική κατανόηση του φλερτ απαιτεί την εξέταση της συνολικής αλληλεπίδρασης και όχι την απόδοση απόλυτης σημασίας σε ένα μεμονωμένο μη λεκτικό ή λεκτικό στοιχείο.
Η δυσκολία που υφίσταται στην ακριβή αναγνώριση των σημάτων έλξης έχει επιβεβαιωθεί και πειραματικά. Οι Samara, Roth και Nikolić (2022), σε σειρά τριών μελετών που βασίστηκαν σε βίντεο πραγματικών speed-dating αλληλεπιδράσεων, εξέτασαν κατά πόσο τρίτοι παρατηρητές μπορούσαν να ανιχνεύσουν εάν ένα άτομο αισθανόταν έλξη προς τον συνομιλητή του, παρατηρώντας μόνο σύντομα αποσπάσματα της αλληλεπίδρασης. Τα αποτελέσματα δεν παρείχαν ισχυρή ένδειξη ότι οι παρατηρητές μπορούσαν να αναγνωρίσουν αξιόπιστα την έλξη από λεπτές μη λεκτικές ενδείξεις. Η διαπίστωση αυτή επομένως, έχει σημαντικές συνέπειες για την καθημερινή κατανόηση του φλερτ, διότι υποδεικνύει ότι οι άνθρωποι συχνά υπερεκτιμούν την ικανότητά τους να «διαβάζουν» τις προθέσεις των άλλων. Άρα λοιπόν, η φράση «είμαι σίγουρος ότι ενδιαφέρεται επειδή με κοίταξε με συγκεκριμένο τρόπο» δεν αποτελεί ένα (επιστημονικά) ασφαλές συμπέρασμα. Η έλξη είναι μία ψυχολογική κατάσταση και δεν μπορεί πάντοτε να εξαχθεί με βεβαιότητα από μια περιορισμένη εξωτερική συμπεριφορά.
Η αβεβαιότητα αυτή αποτελεί μία από τις κεντρικές ψυχολογικές διαστάσεις του φλερτ: Όταν ένα άτομο αισθάνεται έλξη, συνήθως δεν γνωρίζει με βεβαιότητα εάν η έλξη είναι αμοιβαία, και άρα κατά συνέπεια, η επικοινωνία μετατρέπεται σε διαδικασία διαρκούς ερμηνείας. «Γιατί με κοίταξε;», «Γιατί χαμογέλασε;», «Γιατί μου έστειλε μήνυμα;», «Γιατί άργησε να απαντήσει;», «Γιατί είδε την ιστορία μου αλλά δεν αντέδρασε;». Η γνωστική αυτή επεξεργασία μπορεί να γίνει ιδιαίτερα έντονη όταν το άτομο έχει ήδη συναισθηματικά επενδύσει στην πιθανότητα μιας σχέσης. Σε τέτοιες λοιπόν περιπτώσεις, η επιθυμία μπορεί να επηρεάσει την ερμηνεία των αμφίσημων κοινωνικών σημάτων. Ένα ουδέτερο γεγονός μπορεί να αποκτήσει θετικό νόημα επειδή το άτομο επιθυμεί το ίδιο, να επιβεβαιώσει την υπόθεσή του, ενώ ένα ουδέτερο ή αρνητικό στοιχείο μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογα μεγάλη σημασία, όταν ενεργοποιείται ο φόβος της απόρριψης.
Η διαδικασία αυτή γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στη σύγχρονη ψηφιακή επικοινωνία. Ένα άτομο μπορεί να στείλει ένα μήνυμα και στη συνέχεια να παρακολουθεί εάν ο άλλος είναι ενεργός, εάν διάβασε το μήνυμα, εάν δημοσίευσε κάποια νέα ιστορία ή εάν αλληλοεπίδρασε με άλλους χρήστες. Έτσι, η ψηφιακή τεχνολογία δημιουργεί ένα πολύ μεγαλύτερο πεδίο παρατηρήσιμων ενδείξεων, χωρίς όμως αυτές οι ενδείξεις να είναι αναγκαστικά περισσότερο αξιόπιστες. Αντίθετα, η πληθώρα των πληροφοριών μπορεί να ενισχύσει την υπερανάλυση. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι ένας άνθρωπος είδε ένα μήνυμα και δεν απάντησε μπορεί να οφείλεται σε δεκάδες διαφορετικούς λόγους, από την έλλειψη χρόνου μέχρι την απώλεια ενδιαφέροντος. Όταν όμως το άτομο που περιμένει την απάντηση βρίσκεται ήδη σε κατάσταση αυξημένης συναισθηματικής διέγερσης, είναι πιθανό να αναζητήσει μία μοναδική και οριστική ερμηνεία ενός γεγονότος που στην πραγματικότητα παραμένει αμφίσημο.
Η σχέση ανάμεσα στις δεξιότητες φλερτ και στην έναρξη ερωτικών σχέσεων έχει αποτελέσει αντικείμενο εμπειρικής έρευνας. Οι Apostolou, Papadopoulou, Christofi και Vrontis (2019), χρησιμοποιώντας δείγμα 587 ελληνόφωνων ανδρών και γυναικών, εξέτασαν τη σχέση ανάμεσα στις δεξιότητες φλερτ, την ικανότητα ανίχνευσης σημάτων ενδιαφέροντος και τη συστολή. Περισσότερο από το 40% του δείγματος ανέφερε δυσκολίες στην έναρξη ή στη διατήρηση μιας ερωτικής σχέσης, ενώ χαμηλότερες δεξιότητες φλερτ, χαμηλότερη ικανότητα ανίχνευσης σημάτων ενδιαφέροντος και υψηλότερη συστολή συνδέονταν με δυσκολίες στην ερωτική προσέγγιση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, στο συγκεκριμένο δείγμα, οι δεξιότητες φλερτ παρουσίασαν ισχυρότερη σχέση με την ερωτική επίδοση σε σύγκριση με τους άλλους παράγοντες που εξετάστηκαν. Τα ευρήματα αυτά δεν σημαίνουν ότι η δημιουργία μιας σχέσης μπορεί να αναχθεί σε ένα σύνολο «τεχνικών». Αντίθετα, υποδεικνύουν ότι η ικανότητα κοινωνικής προσέγγισης, η κατανόηση των σημάτων και η διαχείριση της αμηχανίας αποτελούν σημαντικές διαπροσωπικές δεξιότητες.
Η συστολή, ειδικότερα, μπορεί να επηρεάσει τη διαδικασία του φλερτ μέσω της αυξημένης αυτοπαρατήρησης. Ένα άτομο που φοβάται ότι θα αξιολογηθεί αρνητικά μπορεί να επικεντρώνεται υπερβολικά στον εαυτό του: στο πώς μιλά, στο πώς φαίνεται, στο τι θα πει στη συνέχεια ή στο εάν η συμπεριφορά του θα θεωρηθεί αμήχανη. Η υπερβολική αυτοπαρακολούθηση μπορεί να μειώσει την ικανότητα του ατόμου να παρακολουθεί την πραγματική αλληλεπίδραση. Για παράδειγμα, ένα άτομο μπορεί να βρίσκεται σε μια συζήτηση με κάποιον που το ενδιαφέρει και αντί να ακούει ουσιαστικά τον συνομιλητή του, να σκέφτεται διαρκώς «Μήπως μιλάω πολύ;», «Μήπως φαίνομαι αγχωμένος;», «Μήπως πρέπει να πω κάτι πιο έξυπνο;». Η προσοχή μετακινείται έτσι από τη διαπροσωπική επαφή στην αυτοαξιολόγηση, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη φυσικότητα της επικοινωνίας.
Σημαντικό ρόλο στο φλερτ διαδραματίζει και η αυτοπαρουσίαση. Οι άνθρωποι, όταν επιθυμούν να γίνουν ελκυστικοί σε έναν πιθανό σύντροφο, επιλέγουν συνειδητά ή ασυνείδητα ποιες πλευρές της προσωπικότητάς τους θα αναδείξουν. Η διαδικασία αυτή δεν είναι αποκλειστικά χαρακτηριστικό της σύγχρονης εποχής. Η κοινωνιολογική θεωρία της δραματουργικής προσέγγισης του Goffman (1959) είχε ήδη αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι διαχειρίζονται την εντύπωση που δημιουργούν στους άλλους. Στο σύγχρονο ψηφιακό περιβάλλον, ωστόσο, η διαδικασία της αυτοπαρουσίασης έχει αποκτήσει πρωτοφανή δυνατότητα ελέγχου. Ένα άτομο μπορεί να επιλέξει τη φωτογραφία του, να επεξεργαστεί το κείμενο του προφίλ του, να παρουσιάσει συγκεκριμένα ενδιαφέροντα και να αποκρύψει άλλες πλευρές της ζωής του.
Η έρευνα των Ellison, Heino και Gibbs (2006) έδειξε ότι οι χρήστες online dating υπηρεσιών διαχειρίζονταν στρατηγικά την παρουσίασή τους, προσπαθώντας ταυτόχρονα να εμφανίσουν μια επιθυμητή εκδοχή του εαυτού τους και να διατηρήσουν την αίσθηση αυθεντικότητας. Η διαδικασία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή η online γνωριμία πραγματοποιείται σε ένα περιβάλλον όπου ο άνθρωπος μπορεί να επεξεργαστεί σημαντικά την πρώτη εντύπωση που δημιουργεί. Νεότερη έρευνα των Jiwa, Elsaadawy και
Carlson (2025) έδειξε επίσης ότι οι χρήστες online dating μπορούσαν να παρουσιάσουν με επιτυχία τις επιθυμητές πλευρές της προσωπικότητάς τους, ενώ οι παρατηρητές δεν μπορούσαν πάντοτε να διακρίνουν με ακρίβεια την πραγματική προσωπικότητα πίσω από την επιθυμητή εικόνα. Το εύρημα αυτό, είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την κατανόηση της σύγχρονης ερωτικής επικοινωνίας, διότι υποδεικνύει με ξεκάθαρο τρόπο ότι η πρώτη ψηφιακή εντύπωση μπορεί να είναι περισσότερο προϊόν στρατηγικής αυτοπαρουσίασης παρά πλήρης αντανάκλαση της προσωπικότητας.
Η διαδικασία αυτή παρατηρείται και στο ελληνικό πολιτισμικό πλαίσιο. Οι Apostolou, Wang και Gavriilidou (2021), σε έρευνα με 2.197 ελληνόφωνους συμμετέχοντες, εξέτασαν τις στρατηγικές που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι προκειμένου να γίνουν περισσότερο ελκυστικοί ως πιθανοί σύντροφοι. Μεταξύ των συχνότερων στρατηγικών καταγράφηκαν η βελτίωση της εξωτερικής εμφάνισης και η προσπάθεια να γίνει κανείς περισσότερο ευχάριστος κοινωνικά, ενώ παρατηρήθηκαν και διαφοροποιήσεις ανάλογα με το φύλο και την ηλικία. Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν ότι η ερωτική αυτοπαρουσίαση επηρεάζεται από κοινωνικές αντιλήψεις σχετικά με το τι θεωρείται επιθυμητό χαρακτηριστικό ενός πιθανού συντρόφου. Επομένως, η εικόνα που παρουσιάζει ένας άνθρωπος κατά το φλερτ δεν αποτελεί μόνο αντανάκλαση της ατομικής του προσωπικότητας αλλά και αποτέλεσμα κοινωνικής μάθησης.
Ιδιαίτερη θέση στη διαδικασία του φλερτ καταλαμβάνει το χιούμορ. Η παραγωγή και η ανταπόκριση στο χιούμορ μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί δημιουργίας οικειότητας και θετικού συναισθηματικού κλίματος. Πειραματικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα άτομα που παρουσιάζονται ως περισσότερο χιουμοριστικά αξιολογούνται συχνά ως περισσότερο ελκυστικά και επιθυμητά ως πιθανοί σύντροφοι. Οι Hall, Feinberg, Tramonte και DelPriore (2015), για παράδειγμα, εξέτασαν τον ρόλο της παραγωγής και της ανταπόκρισης στο χιούμορ και διαπίστωσαν ότι η χιουμοριστική συμπεριφορά συνδεόταν με την αξιολόγηση της «επιθυμητότητας», ενώ η πρόσφατη εργασία των Langley και Shiota (2025) έδειξε, μέσα από σειρά πειραμάτων, ότι η παραγωγή χιούμορ μπορούσε να οδηγεί τους παρατηρητές στο να αποδίδουν μεγαλύτερη δημιουργική ικανότητα στο άτομο που χρησιμοποιούσε χιούμορ. Το εύρημα αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον επειδή δείχνει ότι το χιούμορ μπορεί να λειτουργεί όχι μόνο ως μέσο ευχάριστης επικοινωνίας αλλά και ως έμμεσο κοινωνικό σήμα σχετικά με χαρακτηριστικά που αξιολογούνται ως επιθυμητά.
Η ερωτική έλξη, ωστόσο, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το τι κάνει κάποιος κατά τη διάρκεια του φλερτ. Επηρεάζεται επίσης από το πώς το άτομο αντιλαμβάνεται την ανταπόκριση του άλλου και από το συναισθηματικό κλίμα που δημιουργείται κατά την αλληλεπίδραση. Ένας άνθρωπος μπορεί να μην διαθέτει εξαιρετικές ρητορικές ή κοινωνικές δεξιότητες, αλλά να δημιουργεί στους άλλους αίσθημα ασφάλειας, αποδοχής και θετικής συναισθηματικής παρουσίας. Αντίστοιχα, ένα άτομο μπορεί να χρησιμοποιεί εντυπωσιακές τεχνικές προσέγγισης αλλά να δημιουργεί αίσθηση πίεσης ή ανασφάλειας. Συνεπώς, η αξιολόγηση του φλερτ αποκλειστικά ως «αποτελεσματικής τεχνικής κατάκτησης» παραβλέπει τη διαπροσωπική δυναμική που βρίσκεται στον πυρήνα της ανθρώπινης έλξης.
Η σύγχρονη έρευνα για τις τακτικές φλερτ επιβεβαιώνει αυτή την πολυπλοκότητα. Οι Kennair και συνεργάτες (2022), σε μεγάλη προεγγεγραμμένη μελέτη με συμμετέχοντες από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Νορβηγία, εξέτασαν την αντιλαμβανόμενη αποτελεσματικότητα διαφορετικών τακτικών φλερτ υπό διαφορετικά πλαίσια σχέσης. Η έρευνα έδειξε ότι η αξιολόγηση των τακτικών διαφοροποιούνταν ανάλογα με το φύλο, το πλαίσιο βραχυπρόθεσμης ή μακροπρόθεσμης σχέσης και άλλα ατομικά χαρακτηριστικά. Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί επιστημονικά ότι υπάρχει μία καθολική «σωστή» μέθοδος φλερτ. Η ίδια συμπεριφορά μπορεί να αξιολογηθεί διαφορετικά ανάλογα με το πλαίσιο, τους ανθρώπους που συμμετέχουν και το είδος της σχέσης που επιδιώκεται.
Η είσοδος των εφαρμογών γνωριμιών και των κοινωνικών δικτύων έχει μετασχηματίσει ακόμη περισσότερο τη διαδικασία. Το φλερτ δεν πραγματοποιείται πλέον μόνο σε φυσικούς χώρους, όπως ένα μπαρ, ένας χώρος εργασίας, μια κοινωνική εκδήλωση ή μια παρέα φίλων. Μπορεί να ξεκινήσει μέσα από μια φωτογραφία, ένα like ή ένα σύντομο μήνυμα. Η διαδικασία αυτή έχει δημιουργήσει ένα νέο κοινωνικό λεξιλόγιο ερωτικής προσέγγισης. Το «match» λειτουργεί ως ένδειξη αμοιβαίας αρχικής επιλογής, το «like» ως πιθανό σήμα αναγνώρισης ή ενδιαφέροντος και το «reaction» ως μικρό-σήμα κοινωνικής ανταπόκρισης. Ωστόσο, κανένα από αυτά τα σήματα δεν διαθέτει ένα μοναδικό ή και καθολικό νόημα.
Από κοινωνιολογική σκοπιά πάλι, αυτή η αλλαγή είναι ιδιαίτερα σημαντική διότι η τεχνολογία δεν προσφέρει απλώς ένα νέο μέσο επικοινωνίας· επηρεάζει τους ίδιους τους κανόνες με τους οποίους πραγματοποιείται η ερωτική επιλογή. Μια πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση της κοινωνιολογικής έρευνας για το online dating αναδεικνύει ως βασικές θεματικές την αναπαραγωγή και μεταβολή των κανόνων γνωριμιών, την κοινωνική ανισότητα, τις λειτουργίες των πλατφορμών, την αυτοπαρουσίαση και την εμπορευματοποιημένη διάσταση της αναζήτησης σχέσεων. Η ερωτική επιλογή, επομένως, δεν πραγματοποιείται πλέον αποκλειστικά σε ένα φυσικό κοινωνικό περιβάλλον αλλά σε πλατφόρμες οι οποίες οργανώνουν την ορατότητα, την επιλογή και την επικοινωνία των χρηστών.
Η έννοια της αυτοπαρουσίασης αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο αυτό. Ο χρήστης μιας εφαρμογής γνωριμιών δεν παρουσιάζει απλώς τον εαυτό του· δημιουργεί ένα προφίλ το οποίο λειτουργεί ως συμπυκνωμένη κοινωνική αναπαράσταση της ταυτότητάς του. Η διαδικασία αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μια μορφή «ψηφιακής επιμέλειας» της προσωπικότητας. Οι καλύτερες φωτογραφίες επιλέγονται, οι λιγότερο κολακευτικές απορρίπτονται, ορισμένα ενδιαφέροντα προβάλλονται και άλλα αποκρύπτονται. Η μελέτη των Toma, Hancock και Ellison (2008) έδειξε ότι οι ανακρίβειες στα online dating profiles ήταν γενικά μικρές αλλά υπαρκτές και ότι οι χρήστες μπορούσαν να προσαρμόζουν επιλεκτικά ορισμένα χαρακτηριστικά της αυτοπαρουσίασης τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι το online dating βασίζεται γενικά στην εξαπάτηση. Σημαίνει ότι η δυνατότητα επεξεργασίας της πρώτης εντύπωσης αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του ψηφιακού περιβάλλοντος.
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του online φλερτ είναι η δυνατότητα δημιουργίας «φαντασιακής συνύπαρξης». Η Mortensen (2017), μελετώντας πραγματικές συνομιλίες σε δανέζικες πλατφόρμες online dating, ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι χρησιμοποιούν αναφορές σε ένα πιθανό κοινό μέλλον προκειμένου να διερευνήσουν έμμεσα το ενδιαφέρον του άλλου. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος μπορεί να γράψει «όταν έρθεις στην πόλη μου, θα σε πάω στο συγκεκριμένο εστιατόριο» χωρίς να υπάρχει ακόμη πραγματική συμφωνία ότι θα πραγματοποιηθεί η συνάντηση. Η φράση αυτή δημιουργεί γλωσσικά μια υποθετική κοινή πραγματικότητα. Η λειτουργία της είναι διττή: επιτρέπει την έκφραση ενδιαφέροντος, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί έναν βαθμό αμφισημίας που προστατεύει το άτομο από μια άμεση απόρριψη. Το στοιχείο αυτό αποκαλύπτει μία θεμελιώδη λειτουργία του φλερτ: δημιουργεί την πιθανότητα χωρίς να απαιτεί ακόμη τη βεβαιότητα.
Η πιθανότητα, όμως, μπορεί να οδηγήσει και στην εξιδανίκευση. Όσο λιγότερα γνωρίζουμε πραγματικά για έναν άνθρωπο, τόσο μεγαλύτερος είναι ο χώρος που διαθέτει η φαντασία. Ένας άνθρωπος μπορεί να δημιουργήσει μέσα του μια εξαιρετικά θετική εικόνα για κάποιον που γνωρίζει κυρίως μέσα από μηνύματα, φωτογραφίες και σύντομες συνομιλίες. Η εικόνα αυτή μπορεί να αντανακλά πραγματικά χαρακτηριστικά, αλλά μπορεί επίσης να περιλαμβάνει σημαντικό βαθμό προβολής. Για τον λόγο αυτό, η μετάβαση από την ψηφιακή επικοινωνία στην πραγματική συνάντηση αποτελεί κρίσιμο στάδιο. Στην πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδραση εμφανίζονται στοιχεία τα οποία δεν μπορούν να αποδοθούν πλήρως μέσω μιας οθόνης: ο τρόπος ομιλίας, η αυθόρμητη αντίδραση, η μη λεκτική επικοινωνία, η διαχείριση της σιωπής, η αίσθηση της εγγύτητας και η συνολική συναισθηματική παρουσία.
Οι ατομικές διαφορές στην προσκόλληση μπορούν επίσης να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται το σύγχρονο φλερτ. Η έρευνα των Coffey και συνεργατών (2022), σε δείγμα 247 άγαμων ενηλίκων, εξέτασε τη σχέση μεταξύ των διαστάσεων της προσκόλλησης και των εμπειριών σε online και offline dating. Τα υψηλότερα επίπεδα άγχους προσκόλλησης συνδέθηκαν με συχνότερη χρήση εφαρμογών γνωριμιών και με ορισμένες περισσότερο αρνητικές συναισθηματικές εμπειρίες μετά από σεξουαλικές επαφές. Παράλληλα, η αποφυγή προσκόλλησης συνδέθηκε με ορισμένες αρνητικές εμπειρίες σε offline πλαίσια. Τα αποτελέσματα δεν επιτρέπουν απλοϊκές αιτιώδεις ερμηνείες, υποδεικνύουν όμως ότι η προσωπική ιστορία του ατόμου και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται την εγγύτητα μπορούν να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί τις σύγχρονες μορφές dating.
Ένα άτομο με αυξημένη ανάγκη επιβεβαίωσης μπορεί, για παράδειγμα, να βιώνει την καθυστέρηση ενός μηνύματος ως ιδιαίτερα απειλητική και να αναζητά επανειλημμένα σημάδια ότι εξακολουθεί να υπάρχει ενδιαφέρον. Αντίθετα, ένα άτομο με μεγαλύτερη αποφυγή της εγγύτητας μπορεί να αισθάνεται άνετα όσο η σχέση παραμένει σε χαμηλό επίπεδο δέσμευσης και να απομακρύνεται όταν η οικειότητα αυξάνεται. Δεν είναι όμως επιστημονικά ορθό να χαρακτηρίζουμε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά ως απόδειξη ενός συγκεκριμένου στυλ προσκόλλησης. Η θεωρία της προσκόλλησης αποτελεί ερμηνευτικό πλαίσιο και όχι εργαλείο διάγνωσης μέσα από μεμονωμένες συμπεριφορές.
Το φλερτ συνδέεται αναπόφευκτα και με την εμπειρία της απόρριψης. Η έκφραση ενδιαφέροντος εμπεριέχει ψυχολογικό ρίσκο, διότι το άτομο εκθέτει την επιθυμία του χωρίς να γνωρίζει εάν αυτή θα ανταποκριθεί. Η απόρριψη μπορεί να βιωθεί ως πλήγμα στην αυτοεκτίμηση, ιδιαίτερα όταν το άτομο συνδέει την ερωτική αποδοχή με την προσωπική του αξία. Από ψυχολογική άποψη, όμως, είναι σημαντικό να διαχωρίζεται η απόρριψη της συγκεκριμένης ερωτικής προσέγγισης από την απόρριψη της συνολικής αξίας του προσώπου. Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος δεν αισθάνεται έλξη δεν αποτελεί αξιολόγηση της συνολικής προσωπικότητας του άλλου. Αποτελεί ένδειξη απουσίας αμοιβαίας ερωτικής επιθυμίας στη συγκεκριμένη χρονική και διαπροσωπική συνθήκη.
Από την άλλη πλευρά, η ικανότητα αποδοχής της απόρριψης αποτελεί βασικό στοιχείο μιας ώριμης ερωτικής επικοινωνίας. Το φλερτ δεν μπορεί να θεωρηθεί υγιές όταν αντιμετωπίζεται ως διαδικασία κατάκτησης ενός ανθρώπου ανεξάρτητα από τη δική του βούληση. Η προσέγγιση αποτελεί πρόσκληση για αλληλεπίδραση και όχι απαίτηση ανταπόκρισης. Ένα «όχι» δεν αποτελεί πρόσκληση για πιο επίμονη προσπάθεια. Αντίστοιχα, η έλλειψη ανταπόκρισης δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως πρόκληση που πρέπει να ξεπεραστεί. Η ψυχολογικά ώριμη ερωτική προσέγγιση αναγνωρίζει την αυτονομία του άλλου ως θεμελιώδες στοιχείο της ίδιας της σχέσης.
Η διάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην ψηφιακή εποχή, όπου η επικοινωνία μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς άμεση οπτική επαφή. Το γεγονός ότι κάποιος έκανε «match» δεν σημαίνει ότι έχει συναινέσει σε σεξουαλική δραστηριότητα. Το γεγονός ότι κάποιος ανταποκρίθηκε σε ένα μήνυμα δεν σημαίνει ότι αποδέχεται οποιοδήποτε επόμενο μήνυμα. Ένα like, ένα emoji ή μια φωτογραφία δεν αποτελούν από μόνα τους συναίνεση. Η συναίνεση αφορά συγκεκριμένες πράξεις και πρέπει να είναι ελεύθερη, σαφής και αμοιβαία. Η διάκριση ανάμεσα στο ερωτικό ενδιαφέρον και στη συναίνεση αποτελεί επομένως ουσιώδη παράμετρο της σύγχρονης ψυχολογικής προσέγγισης του φλερτ.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό φαινόμενο της σύγχρονης ερωτικής επικοινωνίας είναι το ghosting, δηλαδή η απότομη διακοπή της επικοινωνίας χωρίς σαφή εξήγηση. Το φαινόμενο αποκτά ιδιαίτερη ψυχολογική σημασία επειδή δημιουργεί αβεβαιότητα. Όταν κάποιος λέει «δεν επιθυμώ να συνεχίσουμε», υπάρχει μια σαφής πληροφορία, ακόμη και εάν αυτή προκαλεί συναισθηματικό πόνο. Αντίθετα, όταν η επικοινωνία σταματά χωρίς εξήγηση, το άτομο που μένει πίσω μπορεί να προσπαθεί να συμπληρώσει το κενό με υποθέσεις. «Μήπως έκανα κάτι;», «Μήπως δεν ήμουν αρκετά ελκυστικός;», «Μήπως υπάρχει κάποιος άλλος;». Η απουσία πληροφορίας μπορεί έτσι να διατηρήσει τη γνωστική ενασχόληση με τη σχέση περισσότερο από μια σαφή απόρριψη. Ωστόσο, η επιστημονική προσέγγιση απαιτεί να αποφεύγεται η αυτόματη απόδοση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών προσωπικότητας σε όποιον κάνει ghosting, καθώς οι αιτίες μιας τέτοιας συμπεριφοράς μπορεί να είναι πολλαπλές.
Σε κοινωνιολογικό επίπεδο, το σύγχρονο φλερτ αντανακλά επίσης τις μεταβολές στις έμφυλες σχέσεις. Τα παραδοσιακά κοινωνικά σενάρια απέδιδαν συνήθως στον άνδρα τον ρόλο του ενεργού διεκδικητή και στη γυναίκα τον ρόλο της αξιολογήτριας ή αποδέκτριας. Τα σενάρια αυτά έχουν μεταβληθεί, χωρίς να έχουν εξαλειφθεί. Σήμερα η γυναίκα μπορεί να κάνει την πρώτη κίνηση, ο άνδρας μπορεί να εκφράσει περισσότερο ανοιχτά την ευαλωτότητα και οι άνθρωποι μπορούν να δημιουργούν περισσότερο εξατομικευμένες μορφές ερωτικής επικοινωνίας. Η αλλαγή αυτή δεν αφορά απλώς τη συμπεριφορά του ατόμου, αλλά αφορά τη μεταβολή των κοινωνικών κανόνων σχετικά με το ποιος έχει δικαίωμα να εκφράζει επιθυμία, ποιος αναμένεται να αναλάβει πρωτοβουλία και ποια συμπεριφορά θεωρείται κοινωνικά αποδεκτή.
Το σύγχρονο φλερτ, συνεπώς, αποτελεί προϊόν συνάντησης της ατομικής ψυχολογίας με τη δομή της σύγχρονης κοινωνίας. Ο άνθρωπος επιθυμεί, φοβάται, φαντάζεται και προσεγγίζει, αλλά το κάνει μέσα σε ένα σύστημα κοινωνικών κανόνων, τεχνολογικών δυνατοτήτων και πολιτισμικών προσδοκιών. Η τεχνολογία έχει μεταβάλει τα μέσα, αλλά δεν έχει εξαλείψει τις θεμελιώδεις ψυχολογικές ανάγκες που βρίσκονται πίσω από την ερωτική προσέγγιση: την ανάγκη για σύνδεση, αναγνώριση, οικειότητα, αποδοχή και αμοιβαιότητα.
Η ουσιαστική ψυχολογική κατανόηση του φλερτ, επομένως, δεν μπορεί να περιοριστεί στην αναζήτηση «τεχνικών κατάκτησης». Το φλερτ, όπως φαίνεται, αποτελεί σύνθετη μορφή κοινωνικής επικοινωνίας, κατά την οποία δύο άνθρωποι διερευνούν την πιθανότητα μιας ιδιαίτερης σχέσης. Οι δεξιότητες επικοινωνίας είναι φυσικά σημαντικές, αλλά δεν επαρκούν από μόνες τους. Η ικανότητα να αναγνωρίζει κανείς τα κοινωνικά σήματα είναι σημαντική, αλλά δεν εξασφαλίζει την επιτυχία. Η εμφάνιση μπορεί να επηρεάζει την πρώτη εντύπωση, αλλά δεν καθορίζει τη μετέπειτα ποιότητα της σχέσης. Το χιούμορ μπορεί να διευκολύνει τη δημιουργία θετικού συναισθηματικού κλίματος, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει την εμπιστοσύνη. Η ψηφιακή αυτοπαρουσίαση μπορεί να δημιουργήσει αρχικό ενδιαφέρον, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πραγματική γνωριμία.
Τελικά, το φλερτ μπορεί να θεωρηθεί μια διαδικασία μετάβασης από την πιθανότητα στη γνώση. Στην αρχή υπάρχει μια υπόθεση: «ίσως υπάρχει έλξη». Ακολουθεί η διερεύνηση: «ας δούμε εάν υπάρχει αμοιβαιότητα». Έπειτα έρχεται η πραγματική γνωριμία, κατά την οποία η αρχική εικόνα δοκιμάζεται απέναντι στην πραγματικότητα. Σε αυτή τη διαδικασία μπορεί να επιβεβαιωθεί η αρχική έλξη, μπορεί όμως και να διαψευστεί. Και οι δύο εκβάσεις αποτελούν φυσιολογικά στοιχεία της ανθρώπινης διαπροσωπικής ζωής.
Υπό αυτή την έννοια, το ώριμο φλερτ δεν είναι η ικανότητα να κάνουμε κάποιον να μας θέλει. Είναι η ικανότητα να εκφράζουμε το ενδιαφέρον μας με τρόπο αυθεντικό, σαφή και σεβαστικό, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζουμε την ελευθερία του άλλου να ανταποκριθεί ή να μην ανταποκριθεί. Δεν είναι παιχνίδι χειρισμού αλλά διαδικασία αμοιβαίας διερεύνησης. Δεν είναι προσπάθεια κατάκτησης ενός αντικειμένου αλλά συνάντηση δύο υποκειμένων. Και ακριβώς σε αυτή τη μετάβαση από την «κατάκτηση» στη «συνάντηση» βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη ψυχολογική διάσταση του σύγχρονου φλερτ.
Το φλερτ, επομένως, παραμένει ένα εξαιρετικά επίκαιρο αντικείμενο ψυχολογικής και κοινωνιολογικής μελέτης, ακριβώς επειδή συμπυκνώνει πολλές από τις βασικές διαδικασίες της ανθρώπινης κοινωνικής ζωής: την ανάγκη να γίνουμε αποδεκτοί, την προσπάθεια να παρουσιάσουμε τον εαυτό μας, την αξιολόγηση των άλλων, τη διαχείριση της αβεβαιότητας, την αναζήτηση οικειότητας και την ανάγκη να συνδεθούμε χωρίς να χάσουμε την αυτονομία μας. Η ψηφιακή εποχή δεν κατάργησε το φλερτ· το μετέβαλε. Το μετέφερε από τον αποκλειστικά φυσικό χώρο σε ένα υβριδικό περιβάλλον όπου το βλέμμα συνυπάρχει με το μήνυμα, η φυσική παρουσία με την ψηφιακή εικόνα και η άμεση επικοινωνία με την ασύγχρονη ανταλλαγή σημάτων. Παρά τις αλλαγές αυτές, η ουσία παραμένει ανθρώπινη: ένας άνθρωπος δείχνει ενδιαφέρον σε έναν άλλον άνθρωπο και περιμένει να διαπιστώσει εάν αυτό το ενδιαφέρον μπορεί να γίνει αμοιβαίο.
Η επιστημονική προσέγγιση του φλερτ μας υπενθυμίζει λοιπόν, ότι ανάμεσα στην έλξη και στη σχέση υπάρχει μια ολόκληρη διαδικασία επικοινωνίας, ερμηνείας, διαπραγμάτευσης και αμοιβαιότητας. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό το λόγο το φλερτ εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχολογίας: επειδή ακόμα και σε μια φαινομενικά απλή πράξη προσέγγισης, συμπυκνώνεται η σύνθετη προσπάθεια ενός ανθρώπου να γίνει ορατός, να κατανοήσει τον άλλον και, τελικά, εφόσον είναι εφικτό, να δημιουργήσει μια πραγματική και ουσιαστική σχέση.
Ψυχική Υγεία
Κοσσυβάκης Νικηφόρος
- Λεωφόρος Πεντέλης 12, 152 35
- 211 4217106
- 6907291913
- nikiforos_psy@aol.com